Ο άσπρος ελέφαντας

Τα πολύ παλιά τα χρόνια γεννήθηκε σ’ ένα δάσος ένας όμορφος ελέφαντας. Το δέρμα του ήταν άσπρο και μαλακό σαν τα πούπουλα του κύκνου. Όσο μεγάλωνε, τόσο πιο όμορφος και δυνατός γινόταν, και όσοι τύχαινε να τον συναντήσουν στο δάσος θαύμαζαν την ομορφιά και τη δύναμή του.
Η φήμη του απλώθηκε σε όλη τη χώρα, κι έφτασε στα αυτιά του βασιλιά, που θέλησε να αποκτήσει αυτόν τον  σπάνιο ελέφαντα. Γι’ αυτό, έστειλε στο δάσος τους εκπαιδευτές ελεφάντων, για να τον πιάσουν. Αυτοί τον κυνηγούσαν πολλές μέρες και τελικά κατάφεραν να τον βρουν και να τον αιχμαλωτίσουν. Τον πήγαν στον κήπο του παλατιού και τον έδεσαν με αλυσίδες. Άρχισαν να τον εκπαιδεύουν να υπακούει σε ό,τι τον πρόσταζαν να κάνει. Αλλά ο ελέφαντας δεν καταλάβαινε πάντα τι του ζητούσαν οι εκπαιδευτές του, και πολλές φορές δεν υπάκουε. Τότε αυτοί τον έδερναν. Γρήγορα το ωραίο άσπρο του δέρμα γέμισε με μελανιές και ο άσπρος ελέφαντας ήταν πάντα τρομαγμένος.
Μια μέρα ο ελέφαντας τρόμαξε τόσο πολύ που σηκώθηκε όρθιος στα πίσω πόδια του, έσπασε τις αλυσίδες και το έσκασε χωρίς να μπορέσουν να τον εμποδίσουν οι εκπαιδευτές του. Έτρεξε στο βουνό και χώθηκε τόσο βαθειά στο δάσος που οι εκπαιδευτές του δεν μπόρεσαν να τον βρουν όσο κι αν έψαξαν. Έτσι έπαψαν να τον ψάχνουν, γύρισαν στο παλάτι και τον ξέχασαν.
Όμως ο άσπρος ελέφαντας δεν ξέχασε ούτε αυτούς ούτε το φόβο του. Και κάθε φορά που το φύσημα του αγέρα ακουγόταν σαν βογκητό, σαν κλάμα, σαν στριγκλιά, ο ελέφαντας τρελαινόταν από το φόβο του και έτρεχε γύρω γύρω, χτυπώντας την προβοσκίδα του δεξιά αριστερά.
Και παρόλο που ήταν ελεύθερος, έκανε σαν να τον είχαν ξανααιχμαλωτίσει, γιατί τώρα πια το μυαλό του ήταν τόσο ταραγμένο  που ξεχνούσε ακόμα και να φάει. Σε λίγο καιρό το γερό και μεγάλο σώμα του έγινε αδύνατο και αδύναμο. Κι όποτε έτρεχε με πανικό μέσα στο δάσος σκόνταφτε και έπεφτε πάνω στους κορμούς των δέντρων και στα μεγάλα βράχια.  
Οι μόνες φορές που ένιωθε ηρεμία ήταν όταν σταματούσε κάτω από ένα συγκεκριμένο δέντρο για να πάρει ανάσα. Αυτό το δέντρο είχε ένα λείο, χοντρό κορμό και ένα φουντωτό πυκνό φύλλωμα, που έκοβε τη φόρα του ανέμου και τον ανάγκαζε να περνάει μαλακά ανάμεσα από τα κλαδιά του και να μουρμουρίζει γλυκά. Όποτε ο ελέφαντας στεκόταν να ξεκουραστεί κάτω από αυτό το δέντρο, το δέντρο ένιωθε το φόβο που τον ταλαιπωρούσε, και τον συμπονούσε.
Μια μέρα που ο ελέφαντας χτυπιόταν πάνω στον κορμό του με μεγαλύτερη μανία από κάθε άλλη φορά, το δέντρο κούνησε τα φύλλα του και του ψιθύρισε:
« Γιατί φοβάσαι τον άνεμο; Αυτός το μόνο που κάνει είναι να μετακινεί τα σύννεφα και να στεγνώνει την πρωινή δροσιά! Δεν μπορεί να κάνει κακό σε σένα. Κοίταξε μέσα στο μυαλό σου! Εκεί μέσα υπάρχει ο φόβος σου, που σε έχει αιχμαλωτίσει!».
Ο άσπρος ελέφαντας χαμογέλασε. Κατάλαβε ξαφνικά ότι δεν υπήρχε τίποτα που να τον απειλεί παρά μόνο η παλιά του συνήθεια να είναι φοβισμένος. Από τότε βρήκε τη γαλήνη του και άρχισε να χαίρεται τη ζωή του στο βουνό. Από τότε βρήκε την ελευθερία του!

Μετάφρασηδιασκευή: Άννα Αλιφραγκή, από το βιβλίο "A collection of Eastern Stories and Legends for Narration or Later Reading in Schools, selected and adapted by Marie L. Shedlock, 1910, London:  Routledge & Sons Ltd"

Πηγή: sigxronopaidagogeio.blogspot.gr