Ο Άνεμος

(Ινδιάνικο παραμύθι)

Πριν πάρα πολλά χρόνια, σε μια μακρινή χώρα ζούσε μια φυλή Ινδιάνων. Ο Ινδιάνος αρχηγός της φυλής είχε μία πανέμορφη κόρη που όλοι θαύμαζαν αλλά κανένας δεν είχε αγγίξει ακόμη. Μια μέρα όπως καθόταν έξω από την σκηνή του ο μεγάλος αρχηγός, τον επισκέφτηκε ο Άνεμος και του είπε: -  Μεγάλε αρχηγέ , αγαπάω την κόρη σου και με αγαπάει κι εκείνη. Θα μου την δώσεις να γίνει γυναίκα μου; - Όχι του απάντησε απότομα ο αρχηγός χωρίς να δεχτεί δεύτερη κουβέντα. Την επόμενη μέρα η αγνή κοπέλα προσπάθησε να μιλήσει στον πατέρα της:
 - Πατέρα αγαπώ τον Άνεμο. Θα μου επιτρέψεις να πάω μαζί του στο κατάλυμμα και να γίνω γυναίκα του; - Όχι της απάντησε αυστηρά ο αρχηγός, δεν σου το επιτρέπω. Όταν ο Άνεμος ήταν παιδί, συνήθιζε να έρχεται στο αντίσκηνό μου μέσα από μικρές χαραμάδες και έσβηνε πάντα την φωτιά που με τόσο  κόπο προσπαθούσα να ανάψω. Δε γνωρίζει ούτε να πολεμάει, ούτε να κυνηγάει και δεν σου επιτρέπω να γίνεις γυναίκα του. Αμέσως μετά ο αρχηγός άρπαξε την κοπέλα από το χέρι και την οδήγησε σε ένα αδιαπέραστο δάσος από μαύρα έλατα για να την κρύψει από τον Άνεμο. "Ο Άνεμος ίσως να την έβλεπε αν την έκρυβα μέσα σε ένα πευκοδάσος, όμως δεν θα μπορέσει ποτέ να την διακρίνει μέσα σε ένα τόσο πυκνό δάσος από μαύρα έλατα", σκέφτηκε δυνατά. Όμως ο Άνεμος είχε ήδη γίνει αόρατος και όλη την ώρα που ο αρχηγός μονολογούσε έστεκε εκεί κοντά και άκουγε προσεκτικά κάθε του λέξη. Έτσι όταν ήρθε η επόμενη νύχτα, ο Άνεμος άρχισε να τρέχει γύρω από το πυκνόμαυρο δάσος μέχρι που βρήκε ένα μικρό κενό και μπόρεσε να εισχωρήσει μέσα από τα δέντρα. Έψαξε αρκετά παρ'όλες τις δυσκολίες μα στο τέλος κατάφερε να βρει τη νεαρή κοπέλα και να την βγάλει από το πυκνό δάσος. Δεν τόλμησε να πλησιάσει τους άλλους Ινδιάνους ξανά γιατί φοβόταν πως ο αρχηγός θα του πάρει την όμορφη κοπέλα κι έτσι έψαξε έναν άλλο τόπο για να ζήσουν μακριά τους. Ταξίδεψαν αρκετά μέσα στο σκοτάδι της νύχτας με κατεύθυνση προς τον βορρά. Κάποια στιγμή βρήκαν μια πολύ όμορφη περιοχή για να στήσουν το κατάλυμα που θα στέγαζε τον έρωτά του. Την ίδια κιόλας νύχτα την πήρε στην αγκαλιά του και την έκανε γυναίκα του. Χαίρονταν τον έρωτά τους ευτυχισμένοι και κανένας από τους δύο δε μπορούσε να σκεφτεί πως ο αρχηγός θα μπορούσε να τους εντοπίσει. Όμως ο πατέρας της κοπέλας τους έψαχνε μανιασμένος μέχρι που στο τέλος τους ανακάλυψε. Τότε ο Άνεμος έκρυψε τη νεαρή γυναίκα του κι έγινε αόρατος, όμως ο μεγάλος αρχηγός άρχισε να καταστρέφει τα πάντα γύρω του με τα όπλα που είχε φέρει μαζί του και χωρίς να το γνωρίζει έδωσε ένα δυνατό χτύπημα στον Άνεμο που τον άφησε αναίσθητο. Όταν ο Άνεμος ξαναβρήκε τις αισθήσεις του ανακάλυψε πως η γυναίκα του είχε εξαφανιστεί και άρχισε να την ψάχνει. Περιπλανήθηκε σαν τρελλός στα δάση της περιοχής και στο τέλος την είδε μέσα σε ένα κανό που οδηγούσε ο πατέρας της στο Μεγάλο Νερό. Έλα μαζί μου, άρχισε να της φωνάζει με απελπισία. Η κοπέλα κατατρόμαξε και το πρόσωπό της έγινε λευκό σαν το χιόνι, γιατί δεν έβλεπε τίποτα γύρω της, ενώ είχε ακούσει την φωνή του αγαπημένου της να την καλεί απελπισμένα. Ο Άνεμος μετά το χτύπημα που είχε δεχτεί στο κεφάλι από τον πατέρα της κοπέλας, είχε ξεχάσει πως να παραμορφώνεται και είχε παραμείνει αόρατος. Ο Άνεμος, θύμωσε τόσο πολύ τότε με τον αρχηγό που φύσηξε με όλη του την δύναμη πάνω στο κανό. - Ας αναποδογυρίσει, σκέφτηκε, μπορώ να μεταφέρω την γυναίκα μου ασφαλή στην ξηρά. Έτσι το κανό αναποδογύρισε με το φύσημα του Ανέμου και ο αρχηγός με την κόρη του πέσανε μέσα στο νερό. - Έλα αγαπημένη μου, πιάσε το χέρι μου, φώναζε ο Άνεμος στην κοπέλα. Μα δεν θυμόταν πως ήταν αόρατος και η κοπέλα δε θα μπορούσε να δει το χέρι του. Κι έτσι η κοπέλα άρχισε να βουλιάζει, να βουλιάζει, μέχρι που στο τέλος έφτασε στον πάτο της λίμνης. Κι ο αρχηγός φυσικά έχασε τη ζωή του μιας κι ο Άνεμος δεν προσπάθησε να τον βοηθήσει. Όταν ο Άνεμος κατάλαβε πως η αγαπημένη του έχασε την ζωή της εξαιτίας του γέμισε θλίψη και άρχισε να αγριεύει. Ο Άνεμος ποτέ δεν φυσούσε τόσο δυνατά και θλιμμένα έλεγαν οι Ινδιάνοι μεταξύ τους ενώ προσπαθούσαν να προφυλαχτούν μέσα στα αντίσκηνά τους. Το Μεγάλο Πνεύμα λυπήθηκε την κοπέλα που έχασε την ζωή της τόσο άδικα πέφτοντας στο νερό και την επόμενη νύχτα την μετέφερε ψηλά στα αστέρια και της έδωσε ένα σπίτι στο φεγγάρι. Η κοπέλα ζει ακόμη εκεί, όμως το πρόσωπό της έμεινε κατάλευκο, όπως ήταν την στιγμή που τρομαγμένη έπεσε από το κανό. Έτσι τις νύχτες, στο σεληνόφως, κοιτάζει κάτω στην Γη, προσπαθώντας να βρει τον αγαπημένο της Άνεμο αλλά δεν ξέρει πως είναι αόρατος. Ο Άνεμος πάλι, δεν γνωρίζει πως εκεί ψηλά στο φεγγάρι βρίσκεται η αγαπημένη του  γυναίκα που χάθηκε έτσι και περιπλανιέται στα δάση ψάχνοντας ανάμεσα στα βράχια των βουνών για να την βρει, όμως ποτέ δεν σκέφτεται να κοιτάξει ψηλά στο φεγγάρι.

Πηγή: paramythenia-chora.webnode.gr