Η Ελενούδα

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σ΄ ένα χωριό ένας γεωργός με τη γυναίκα του και την κόρη του. Η ζωή τους κυλούσε ήσυχα και ήταν ευτυχισμένοι. Ξαφνικά όμως η γυναίκα του αρρώστησε και μετά από λίγο καιρό πέθανε. Ο γεωργός μετά από λίγα χρόνια ξαναπαντρεύτηκε και απόκτησε μια δεύτερη κόρη. Η γυναίκα του όμως δε συμπαθούσε καθόλου την πρώτη του κόρη, την Ελενούδα. Ο γεωργός κάθε πρωί έπαιρνε τα βόδια του και πήγαινε στα χωράφια να τα οργώσει. Μια μέρα του λέει η γυναίκα του:
«Θα σου στείλω φαγητό με την Ελενούδα, αλλά δε θέλω να την ξαναφέρεις πίσω. Να την αφήσεις στο δάσος». Μην µπορώντας να κάνει αλλιώς ο γεωργός, το βράδυ που επέστρεφε στο σπίτι, άφησε την Ελενούδα στο δάσος. Το κοριτσάκι μόνο του στο δάσος, φοβισμένο, έβαλε τα κλάματα. Μακριά όμως, ανάμεσα από τα δέντρα, είδε ένα μικρό φως και πήγε να δει. Ήταν ένα μικρό σπιτάκι και μέσα έμενε μια γιαγιά. Η γιαγιά, αφού άκουσε την ιστορία της, τη λυπήθηκε, της έδωσε να φάει και την έβαλε να κοιμηθεί. Το πρωί που ξύπνησαν, η γιαγιά λέει στην Ελενούδα: « Πάρε κόρη μου τη χτένα και χτένισέ με». Το κοριτσάκι άρχισε να χτενίζει τη γιαγιά. «Τι βρίσκεις, κορίτσι μου, στα μαλλιά μου;», ρωτούσε η γιαγιά. «Ασήµι και φλουριά», απαντούσε το κορίτσι. «Ασήµι και φλουριά να σε δώσει ο Θεός», είπε η γιαγιά. Την άλλη μέρα το πρωί , λέει η γιαγιά στην Ελενούδα: « Πάρε αυτή τη βέργα και πήγαινε στο ποτάμι και χτύπησε τρεις φορές το νερό». Πάει η Ελενούδα στο ποτάμι και έκανε όπως της είπε η γιαγιά. Χτυπάει την πρώτη φορά και πετάγεται ένα άσπρο άλογο. Χτυπάει τη δεύτερη και βγαίνουν δυο μπαούλα. Χτυπάει και την τρίτη φορά και βγαίνουν φλουριά. Γεμίζει τα μπαούλα με φλουριά, τα φορτώνει στο άλογο και ξεκίνησε για το χωριό. Μόλις έφτασε στο χωριό, την είδε ο πετεινός να έρχεται και λάλησε και έλεγε: «Έρχεται η Λενούδα με τα χρυσά και τα φλουριά». Η µητριά της άκουσε τον πετεινό, βγαίνει έξω και βλέπει την Ελενούδα με το θησαυρό και πήγε να σκάσει από το κακό της. Την άλλη μέρα λέει στον άντρα της να κάνουν το ίδιο και με την κόρη της. Έτσι κι έγινε. Πήγε η κόρη της φαγητό στο γεωργό και στην επιστροφή την άφησε στο ίδιο μέρος που είχε αφήσει και την Ελενούδα. Βρήκε το σπιτάκι με τη γιαγιά, αλλά όταν χτένιζε τη γιαγιά και τη ρώτησε τι βρίσκει στο κεφάλι της, αυτή απάντησε ψείρες και κόνιδες. Την άλλη μέρα η γιαγιά τής δίνει τη βέργα να πάει στο ποτάμι και να χτυπήσει τρεις φορές. Αντί για φλουριά όμως, βγήκαν ψείρες, και γύρισε στο σπίτι της φορτωμένη ψείρες. Η Ελενούδα όμως, που ήταν πολύ καλή, δέχτηκε να μοιραστούν τα φλουριά της και πέρασαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Πηγή: Περιοδικό "Ο κόσμος της τρίτης ηλικίας"