Ο Πιπιλογιάννης

Μια φορά κι έναν καιρό, μια γιαγιά είχε έναν γιο που τον έλεγαν Γιάννη. Ο Γιάννης ήταν μεγάλος τεμπέλης και αγαπούσε πολύ τη ζέστη. Πάντα καθόταν δίπλα στο τζάκι,, τραβούσε την πιπιλιά (στάχτη) στην άκρη και σκέπαζε τα πόδια του να ζεσταθούν. Γι’ αυτό οι συγχωριανοί του τον ονόμασαν Πιπιλογιάννη. Η µάνα του τον παρακαλούσε να πάει να δουλέψει αλλά ο Γιάννης πώς να αφήσει τη ζεστασιά της πιπιλιάς. Κάποτε, αποφάσισε να πάρει το γαϊδουράκι και να πάει να ψάξει για δουλειά.
Επειδή όμως δεν μπορούσε να αποχωριστεί την πιπιλιά, σκέφτηκε να δέσει στις δύο πλευρές του γαϊδουριού δύο τενεκέδες με πιπιλιά να βάλει τα πόδια του. Η μητέρα του, χαρούμενη για την απόφαση του Γιάννη να πάει να δουλέψει, έβαλε μέσα στον τρουβά του (τορβά) φρέσκο ψωμί και τυρί να έχει για το δρόμο και του έδωσε την ευχή της. Στο δρόµο που πήγαινε, συνάντησε ένα δράκο. - Πού πηγαίνεις, παλικάρι ; τον ρώτησε ο δράκος. - Πηγαίνω να βρω δουλειά. Εσύ ποιος είσαι; αποκρίθηκε ο Πιπιλογιάννης. - Εγώ είμαι δράκος. - Κι εγώ είμαι δράκος, είπε ο Πιπιλογιάννης. Ο δράκος νομίζοντας ότι τον κοροϊδεύει, πήρε μια άσπρη πέτρα και είπε: - Τη βλέπεις αυτή την πέτρα; Θα τη σφίξω με το χέρι μου και θα βγάλει νερό. Πραγµατικά, σφίγγει την πέτρα με πολύ δύναμη και έσταξαν μερικές σταγόνες νερού. Τότε γυρίζει στον Πιπιλογιάννη και του λέει: - Εσύ μπορείς να το κάνεις αυτό; - Και βέβαια μπορώ. ∆ώσε μου εκείνη την πέτρα και θα δεις, απάντησε ο Πιπιλογιάννης. Μέχρι να σκύψει ο δράκος να πάρει την πέτρα, ο Πιπιλογιάννης έβγαλε κρυφά από τον τρουβά λίγο τυρί. Του δίνει ο δράκος την πέτρα και ο Πιπιλογιάννης την έσφιξε μαζί με το τυρί και αμέσως έτρεξαν μερικές σταγόνες τζίρου. ∆εν έφτανε όμως αυτό για να πειστεί ο δράκος και λέει στον Γιάννη: - Θα χτυπήσω τα πόδια μου στο έδαφος και θα σηκωθεί ένα μεγάλο σύννεφο σκόνης. Χτυπάει τα πόδια του κάτω και πραγματικά ένα μεγάλο σύννεφο σκόνης τους τύλιξε. - Εσύ μπορείς να το κάνεις αυτό; ρώτησε τον Πιπιλογιάννη. - Και βέβαια μπορώ, αλλά πρώτα κλείσε τα μάτια σου γιατί θα τυφλωθείς από τη σκόνη, απάντησε ο Γιάννης. Κλείνει τα μάτια του ο δράκος και ο Γιάννης χτυπάει τα πόδια του με δύναμη στην πιπιλιά. Αμέσως ένα μεγάλο σύννεφο στάχτης σηκώθηκε και μπήκε στα μάτια του δράκου που βιάστηκε να τα ανοίξει. Βλέποντας αυτό ο δράκος, πείστηκε πως κι ο Πιπιλογιάννης ήταν δράκος και τον κάλεσε στο σπίτι του όπου ζούσε με τα αδέρφια του. Μόλις έφτασαν στο σπίτι, ο δράκος διηγήθηκε στα αδέρφια του τι έγινε. Τα αδέρφια του όμως ήταν ακόμη διστακτικά. Για να πειστούν , κάλεσαν το Γιάννη να παλέψουν. Ο Γιάννης μη μπορώντας να κάνει αλλιώς δέχτηκε. Τον πιάνει ένας δράκος από το λαιμό και γούρλωσαν τα μάτια του. Τον είδε ο δράκος έτσι και τον ρώτησε: - Γιατί κοιτάζεις μια δεξιά, μια αριστερά; - Κοιτάζω σε ποια βουνοκορφή να σε πετάξω, απάντησε ο Γιάννης. Ο δράκος φοβήθηκε και τραβήχτηκε αμέσως πίσω παρακαλώντας το Γιάννη να τον λυπηθεί. Επειδή όµως νύχτωσε ξάπλωσαν να κοιμηθούν. Ο Πιπιλογιάννης, πονηρός καθώς ήταν, σκέφτηκε πως το βράδυ οι δράκοι θα επιχειρούσαν να τον σκοτώσουν. Γι΄ αυτό πάνω στο κρεβάτι του έβαλε ένα ξύλο, το σκέπασε καλά με την κουβέρτα να μη φαίνεται, κι αυτός ξάπλωσε από κάτω. Πράγματι, μετά από λίγο μπήκαν στο δωμάτιο οι δράκοι και άρχισαν να χτυπούν με τσεκούρια το ξύλο, πιστεύοντας πως είναι αυτός. Ο Γιάννης κάτω από το κρεβάτι άρχισε να βογκάει. Μόλις σταμάτησαν τα βογκητά, οι δράκοι πίστεψαν πως πέθανε και έφυγαν. Τότε ο Γιάννης βγήκε από το κρεβάτι, πέταξε το ξύλο και ξάπλωσε να κοιμηθεί. Το πρωί οι δράκοι πήγαν στο δωμάτιο να δουν τι έγινε και βρήκαν το Γιάννη με ανοιχτά τα μάτια. Μη ξέροντας τι να κάνουν τον ρώτησαν πώς κοιμήθηκε και αυτός τους απάντησε ότι δεν κοιμήθηκε καλά γιατί τον τσιμπούσαν οι ψήλοι. Οι δράκοι φοβήθηκαν ακόμη περισσότερο και του είπαν: - Τι θέλεις να σου δώσουμε για να μη μας πειράξεις; - Θέλω ένα άλογο φορτωμένο με λίρες, ένα άλογο για μένα και ένας από εσάς να έρθει μαζί μου να με βοηθήσει να κατεβάσω τις λίρες, απάντησε ο Γιάννης. Αφού ετοιµάστηκαν τα άλογα, ξεκίνησαν για το χωριό. Μόλις έφτασαν, ξεφόρτωσαν τα άλογα και ο δράκος πήρε το δρόμο της επιστροφής. Στην άκρη του δρόμου έμενε ο παπάς ο οποίος τους είδε και ρώτησε το δράκο: - Τι έφερες με τα άλογα στο σπίτι του Γιάννη; - Του έφερα λίρες, απάντησε ο δράκος και του διηγήθηκε την ιστορία. Τότε ο παπάς γέλασε και του εξήγησε ότι ο Γιάννης είναι ο πιο μεγάλος τεμπέλης του χωριού και ότι τους ξεγέλασε. Έπεισε μάλιστα το δράκο να πάνε μαζί στο σπίτι του Πιπιλογιάννη να πάρουν πίσω τις λίρες. Ο Πιπιλογιάννης τους είδε από το παράθυρο, παίρνει ένα μεγάλο μαχαίρι, βγήκε έξω και έκανε πως το ακόνιζε. Μόλις πλησίασαν φώναξε: - Καλά κάνεις και τον φέρνεις πίσω , παπά, να ησυχάσω μια για πάντα απ΄ αυτόν! Μόλις άκουσε ο δράκος το Γιάννη τρόμαξε και το έβαλε στα πόδια παρασέρνοντας μαζί του και τον παπά. Από τότε ο Πιπιλογιάννης με τη μητέρα του έζησαν καλά κι εμείς καλύτερα!

Πηγή: Περιοδικό "Ο κόσμος της τρίτης ηλικίας"